Άτιτλο

Αναπολώ..
..μνήμες παιδικές,
ένα διόρωφο σπίτι
μια φιγούρα
μαυροφορεμένη

Γεμάτη καλοσύνη.

Ζύγιζε τα πραγματα
κατά περίπτωση,
πίστευε έτσι
πως ακολουθούσε
το δίκαιο.

Σταμάτησα να θυμάμαι,
λεπτομέρειες.

Δεν βαριέσαι,
ας είναι και εικόνες
διάσπαρτες.

Φτάνει να μην ξεχνιούνται
οι άνθρωποι.

Κι όταν δεν έχεις χρόνο
να σκεφτείς, καταλαβαίνεις
για πρώτη φορά πως άγγιξες
την ευτυχία;

Μια λέξη, ένα πείσμα και μια ευχή ξέμειναν πίσω να κοιτάνε το όλον.


Άτιτλο

Κάθε που η φλόγα σβήνει
μια ελπίδα θα αναγεννάται

Έτσι μου είχαν πει κάποτε.

Πέρασαν τα χρόνια κι εγώ
ξέχασα

Για να πιστέψεις στην ελπίδα,
πρέπει πρώτα να την φτιάξεις.

Μη με ρωτάς για υλικά κι άλλα συναφή

Απάντηση δεν θα πάρεις

Είναι που δεν ξέρω.

Όσο η καρδιά σου θα χτυπάει,
μη φοβάσαι.

Όσο η ψυχή σου θα νοσταλγεί,
μη τα παρατάς.

Όσο η μνήμη σου θα φλέγεται,
μην υποκύπτεις.

Εσύ μόνο αγάπα
Όσο μπορείς, αγάπα

When in Athens

Έβρεχε εκείνη την ημέρα, ο κόσμος έτρεχε, ο καθένας για το δικό του λόγο. Σίγουρα οι περισσότεροι κάτι θέλανε να προλάβουνε, πριν σβήσουν τα φώτα και η νύχτα αγκαλιάσει ολάκερη την πόλη. Δεν ήταν βαρύς χειμώνας, Μάρτιος ήταν θαρρώ.

Μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, ο χρόνος σταμάτησε για λίγο. Στο κέντρο της Αθήνας σε μια στάση αστικών. Εκεί όπου περίμενε και ένας παππούς, καλοστεκούμενος θα έλεγα, μεγάλος όμως αν κρίνω από τα σημάδια του χρόνου στο πρόσωπό του. Φαινόταν καλά, κάποια στιγμή ρωτάει: «-Αυτό το λεωφορείο που περιμένουμε, που πάει;», «-Παγκράτι του απαντούν, οι λιγοστοί που τον άκουσαν.» Μα εγώ θέλω να πάω στα Χανιά, οδός Καζαντζάκη 2. «-Παππού, αυτό το λεωφορείο δεν μπορεί να σε πάει στα Χανιά», του απαντάει ένας ευγενικός κύριος. Ο παππούς έμεινε σαστισμένος για λίγο και αμίλητος. Ο καλός κύριος συνέχισε, δώσε μου την ταυτότητα σου και θα σε βοηθήσω εγώ. Έτσι και έγινε. «-Σ’ ευχαριστώ», του είπε ο καλός κύριος, ενώ τον χτύπησε ελαφριά στον ώμο, μια προσπάθεια μάλλον να δείξει από μέρος του πως τον καταλαβαίνει. Κι ο παππούς ηρέμησε κάπως.

Αυτός ο καλός κύριος που λέτε, ήταν νευρολόγος και κατάλαβε αμέσως πως ο παππούς που ζητούσε επίμονα να πάει στα Χανιά έχει χαθεί. Θυμόταν το όνομα του, θυμοταν πως ήταν 78 χρόνων και περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια το πατρικό του σπίτι στα Χανιά. Είναι διόρωφο έλεγε και έχει μια μεγάλη αυλή, εκεί πάω. Δεν θυμόταν καμία λεπτομέρεια από την Αθήνα, ούτε πως βρέθηκε εκεί. Ίσως αυτή να είναι η αρχή της άνοιας.

Ειδοποιήθηκε η αστυνομία και με την συνοδεία του γιατρού, ο παππούς πήγε στο αστυνομικό τμήμα για να μπορέσουν έτσι να βρουν από που χάθηκε και να τον παραδώσουν στην οικογένειά του με ασφάλεια.

[Υ.Γ.: Είναι μια αληθινή ιστορία στην οποία υπήρξα αυτόπτης μάρτυρας το 2014, μάλιστα έτυχε να είμαι δίπλα από το γιατρό όταν προσπαθούσε να βοηθήσει αυτόν τον άνθρωπο. Πρίν πάρω το αστικό που ερχόταν τον ρώτησα τι θα κάνει και μου απάντησε μην ανησυχείς θα περιμένω την αστυνομία να έρθει, όλα θα πάνε καλά. Σ’ έναν κόσμο που βρίθει από συμπεριφορές προς αποφυγήν προσπάθησε να κάνεις την διαφορά. Η κοινωνία μας χρειάζεται τέτοιους ανθρώπους. Δεν ξέρω τι κάνουν οι δύο αυτοί άνθρωποι, δεν τους είδα ξανά, αλλά εύχομαι να είναι καλά].

Η πρώτη μου κριτική.

Θα ξεκινήσω το ταξίδι μου στον κόσμο της «κριτικής» με δύο βιβλία που αποτελούν το ένα συνέχεια του άλλου. Πρόκειται για τα βιβλία του κ. Δημήτρη Μπουραντά, όπου το πρώτο αναφέρεται αρχικά στην ιδιότητα του κύριου χαρακτήρα του βιβλίου που είναι καθηγητής. Μέσα από αυτήν την ιδιότητά του, ο συγγραφέας μιεί τον αναγνώστη στις γνώσεις της ηγεσίας και του marketing, δίνοντας με τρόπο απλό τις έννοιες αυτών των επιστημών. Για να το καταφέρει αυτό, φέρνει σε πρώτο πλάνο την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσει ο κύριος ήρωας με μια φοιτήτρια, τον βάζει να την καθοδηγεί, να βρίσκεται πάντα στο πλευρό της και να την βοηθάει να ξεπεράσει την οποία δυσκολία και έτσι να εξελιχθεί. Πολλές φορές μάλιστα η σχέση αυτή φαίνεται να ακροβατεί ανάμεσα σε μια τυπική σχέση που μπορεί να αναπτυχθεί, ανάμεσα σε έναν μέντορα και έναν μαθητευόμενο ή σε κάτι πιο βαθύ και ουσιαστικό που όμως μένει εκεί, σε κάτι πλατωνικό περισσότερο, καλύπτει βέβαια σαν πέπλο όλη την ιστορία του βιβλίου. Είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο μέσα από το οποίο μπορείς μεταξύ άλλων να μάθεις πράγματα, είναι ευχάριστο και εύκολο στην ανάγνωση χωρίς να κουράζει. Η ιστορία δε της φοιτήτριας και του καθηγητή, μάλλον δεν ενοχλεί ιδιαίτερα αφού ο συγγραφέας δεν την αφήνει να ευδοκιμήσει, όπως θα έκανε με κάποια άλλη σχέση ενδεχομένως καταλαβαίνοντας και ο ίδιος πως πρέπει να κρατήσει τα προσχήματα. Όμως όλο αυτό σε αφήνει με μια πίκρα, αφού ο καθηγητής δεν τόλμησε έστω να της πει αυτά που αισθάνεται.

Εννιά χρόνια μετά, ο συγγραφέας επιστρέφει με την συνέχεια του πρώτου βιβλίου, αποφασισμένος αυτήν την φορά μαζί με όλη την γνώση που θέλει να δώσει στην φοιτήτριά του και κατά συνέπεια και σε εμάς, να εκμηστηρευτεί όσα δεν τόλμησε να πει από την αρχή. Πιο θαραλλέος αυτήν την φορά, γράφοντας ποιήματα για να δώσει τα συναισθήματά του ατόφια. Κάνει ότι περνάει από το χέρι του για να τα καταφέρει. Φαίνεται όμως ότι και η άλλη μεριά δεν ήταν απαθής σε όλο αυτό, κάτι ήξερε, κάτι είχε καταλάβει. Αρνούμενη όμως λόγω συγκυριών να αφήσει τα συναισθήματά της ελεύθερα, δεν θέλει να δει την αλήθεια. Έτσι επιλέγει να εξαφανιστεί από την ζωή του καθηγητή της, δεν παύει όμως να κρατάει όλα αυτά που της έμαθε σαν φυλαχτό και να κατακτά κάθε φορά και μια άλλη Ιθάκη. Καλογραμμένο κι αυτό το βιβλίο στο ίδιο μοτίβο με το πρώτο, δίνει στον αναγνώστη αρκετές γνώσεις πάνω σε γνωστές θεωρίες. Και ίσως η ιστορία έτσι που καταλήγει να ήταν η ιδανικότερη όλων. Εγώ, από αυτά τα δύο βιβλία κρατάω αυτό που γράφει σε ένα σημείο ο συγγραφέας, «Αν ονειρευτείς θα κάνεις κάτι κι αν κάνεις κάτι, θα ονειρευτείς ξανά».

Σε όποιον αρέσουμε, οι υπόλοιποι καλή καρδιά

Πόσες μάσκες χωράνε μέσα σε μια προσωπικότητα; Πόσες μάσκες μπορούν να κρυφτούν μέσα στην ψυχή του «εγώ» μας;

Αυτός ο φόβος που καραδοκεί πάντα στους περισσότερους, μήπως δεν είναι αρκετά αρεστοί στους άλλους. Μήπως γελοιοποιηθούν αν κάνουν αυτό κι όχι εκείνο. Η απόρριψη θα έχει πάντα χίλια πρόσωπα, θα είναι εκεί και θα απειλεί, αν δεν προσπαθήσουμε να αλλάξουμε έστω και λίγο, θα την βρίσκουμε μπροστά μας κάθε φορά. Πόσοι όμως το διακινδυνεύουν αλήθεια;

Όσοι ακολουθούν αυτόν τον δρόμο και παίζουν κρυφτό, βαθιά μέσα τους θέλουν να πιστεύουν πως θα βρεθεί κάποιος που θα δεχτεί την ψεύτικη εικόνα τους. Ελπίζουν σε αυτό κι εδώ βρίσκεται η ειρωνεία της ιστορίας. Αργούν να καταλάβουν πως το πρόσωπο που προσπαθούν να κρύψουν, αυτό είναι που αναζητούν οι άλλοι.

Ο αληθινός μας εαυτός είναι πολύ καλύτερος από οποιαδήποτε άλλη επινόηση. Πραγματικό κριτήριο για να μας αποδεχτούν οι άλλοι και να μας αγαπήσουν είναι να μη φοβόμαστε να δείξουμε ποιοί είμαστε στ’ αλήθεια. Εάν εφαρμόσουμε αυτήν την τακτική, μόνο κερδισμένοι θα είμαστε. Κερδισμένοι σε εμπιστοσύνη και σεβασμό.

Αν θέλουμε να γνωρίσουμε την αγάπη στη ζωή μας, πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να αποκαλύψουμε τον εαυτό μας στους ανθρώπους από τους οποίους έχουμε πεισματικά προσπαθήσει να προστατευτούμε.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα να κρύψουμε. Σε όποιον αρέσουμε, όσοι άντεξαν να βρίσκονται δίπλα μας, αυτοί γνωρίζουν πολύ καλά γιατί έμειναν. Οι υπόλοιποι καλή καρδιά, όπως λέμε εδώ στα βόρια.

Υ.Γ.: Βασισμένο στο βιβλίο του Leo Buscaglia, γεννημένοι να αγαπάμε.

[Πρώτη δημοσίευση ιστοσελίδα Αναπνοές, 14-ο6-2017].

Γιατί μας έλκουν οι παράνομοι έρωτες;

Γιατί οι περισσότεροι ανάμεσά μας έλκονται από ένα λάθος, από κάτι παράνομο; Αποζητούν την ευκαιριακή ευτυχία σε άγνωστες πόρτες. Μια πραγματικότητα που ίσως να ξεπροβάλλει βαρετή, ενίοτε και κουραστική, καμιά φορά ξεπερασμένη ή passé όπως θα συμπλήρωναν εύστοχα κάποιοι φίλοι μας Γάλλοι.

 

Παράνομες σχέσεις, λοιπόν. Το must της εποχής, γέμισε η κοινωνία μας κούφιες προσωπικότητες δίχως ουσιαστικά συναισθήματα. Περιστασιακές συνδέσεις της μιας βραδιάς και για αύριο έχει ο Θεός. Για ποιο λόγο κάποιος να αρνείται σθεναρά μια πραγματικότητα που ο ίδιος επέλεξε και δημιούργησε και να θέλει να τα ανατινάξει όλα; Να βλέπει αυτή ως τη μόνη επιλογή;
Ένα εφήμερο μονόδρομο. Έλλειψη παιδείας, μη ολοκληρωμένη προσωπικότητα, κατευθυνόμενες επιλογές;

Ποια μοίρα να όπλισε το χέρι και γράφτηκε μια ιστορία με ανύπαρκτο happy end; Όσο και να σε γοητεύει ένα λάθος, εγώ το εκλαμβάνω ως ανωριμότητα. Δεν μπορεί να στηρίζεις τη ζωή σου σε αυτό και να περιμένεις πότε θα ισιώσει η κατάσταση.

Εάν εσύ είσαι το τρίτο πρόσωπο σε μια σχέση, έχω να σου πω συγχαρητήρια για το περίσσιο θάρρος σου. Αλλά μάλλον δεν τα υπολόγισες και τόσο καλά. Είναι μεγάλη αδικία να θέλεις να καταστρέψεις τις ζωές τριών ανθρώπων από ένα καπρίτσιο. Εάν πάλι είσαι ο θύτης που επέλεξε να παίξει τη ζωή του σε διπλό ταμπλό, οκ! Στην αρχή όλα φαίνονται μια χαρά αλλά όταν αρχίσουν τα προβλήματα να σε δω για πόσο θα αντέξεις. Πόσες δικαιολογίες θα σκαρφιστείς για να τα έχεις όλα δικά σου; Κάποτε θα τελειώσουν κι αυτές και να θυμάσαι πως η αλήθεια θα σε βρει όπου κι αν κρυφτείς. Τέλος εάν είσαι το θύμα της ιστορίας ψάξε να βρεις όση δύναμη έχεις και δεν έχεις και έχε πάντα το κεφάλι σου ψηλά, όποια κι αν είναι η έκβαση των πραγμάτων.

Όσο γοητευτικό κι αν φαίνεται από μακριά ένα παράνομο τοπίο, αυτοί που βρίσκονται έξω από το χορό θα έχουν να πουν πολλά. Όμως για τόλμησε να ρωτήσεις εκείνους που το βίωσαν μέχρι το μεδούλι και μετά βγάλε συμπεράσματα. Όση αλήθεια κι αν χωράει σε μια έρευνα, η ζωή πάντα θα είναι εδώ να σε διαψεύσει. Όσοι ενεπλάκησαν σε μια τέτοια ιστορία το ξέρουν καλά.

 

[Πρώτη δημοσίευση, ιστοσελίδα Αναπνοές, 01-03-17].

Βήμα βήμα νιώθω πως θα γυρίσεις…

Οι σχέσεις είναι όπως ένα αργεντίνικο τάνγκο. Δύο βήματα μπροστά κι ένα πίσω, με απόλυτο συγχρονισμό πάντα. Σχέσεις δύσκολες, σχέσεις μετέωρες, σχέσεις από απόσταση, σχέσεις αμφίδρομες, σχέσεις που βαραίνουν.
Σε όποια κατηγορία κι αν εντάξεις ασυναίσθητα τον εαυτό σου, ένα είναι το σίγουρο. Για να διατηρηθεί μια σχέση χρειάζεται προσπάθεια, υπομονή και αμοιβαίος σεβασμός. Πρέπει να θαυμάζεις τον άλλο, να τον αγαπάς γι’ αυτό που είναι και όχι γι’ αυτό που θα ήθελες εσύ να είναι. Να ψάχνεις τρόπους να βρίσκεσαι πάντα δίπλα του.
Βέβαια οι σχέσεις κάποιες φορές περνάνε και μια κρίση, είναι αναπόσπαστο κομμάτι τους. Αλλιώς η κατάσταση θα χαρακτηριζόταν ως μονότονη. Ίσως και βαρετή. Και την κρίση ακόμη πρέπει να μάθεις να τη διαχειρίζεσαι, αν αγαπάς πραγματικά.
Κι αν κάποιος μέσα σε μια σχέση βαρεθεί και σκεφτεί να φύγει; Τότε θα σου απαντούσα άφησέ τον ελεύθερο. Αν τελικά γυρίσει θα είναι δικό σου, κι αν όχι μάλλον δεν ήταν ποτέ. Όμως δε φτάνει μόνο αυτό το επιμύθιο, που είναι ικανό να παρηγορήσει τον καθένα σε ικανοποιητικό βαθμό για να καταλάβεις εάν τελικά άξιζε τον κόπο.
Η διάρκεια μιας σχέσης έχει να κάνει με την ποιότητα. Αμοιβαίες στιγμές ευτυχίας, θα μείνουν εσαεί σαν φυλαχτό και για τους δύο. Όταν αγαπάς κάποιον ανυπομονείς να τον μάθεις, να τον ζήσεις. Θέλεις να ανιχνεύσεις κάθε λεπτομέρεια, να ανακαλύψεις κάθε συνήθεια. Θέλεις να ταυτιστείς, να βρεις τα κοινά. Να παρακάμψεις τον εγωισμό, να λατρέψεις κάθε ελάττωμα, αυτό είναι που τον κάνει διαφορετικό.

Όποιος λοιπόν σκέφτεται για τον ένα ή τον άλλο λόγο να σταματήσει μια σχέση, ας ξαναθυμηθεί τις όμορφες αναμνήσεις κι ας το σκεφτεί δύο φορές. Γιατί εμείς οι άνθρωποι πολλές φορές μετανιώνουμε. Κάπως έτσι γράφτηκε υποθέτω κι ένα τραγούδι που πρόσφατα άκουγα στο ραδιόφωνο, βήμα-βήμα νιώθω πως θα γυρίσεις. Όσο για το τάνγκο, χρειάζεται δύο για να χορευτεί.

[Πρώτη δημοσίευση, ιστοσελίδα Αναπνοές, 23-01-17].

Το άρωμα είναι μνήμη, είναι ταυτότητα, είναι… εσύ.

Περί αρωμάτων ο λόγος. Συχνά γίνεται ντόρος με ένα πρωτοεμφανιζόμενο άρωμα. Μεγάλη προώθηση σε κάθε περίπτωση όποια κι αν είναι η εταιρεία. Πρωτότυπες διαφημίσεις, εξεζητημένο σχέδιο φιαλιδίου, σπάνιο όνομα. Όλα παίζουν το ρόλο τους, αποτελούν το καθένα την ταυτότητά του.

Όλα μαζί αδιαχώρητα συστατικά για την αναγνώρισή του, στοιχεία που το κάνουν να ξεχωρίζει και που θα παρακινήσουν μια γυναίκα, όπως κι έναν άντρα να το διαλέξει. Μέσα από όλα αυτά, έρχεται και η δοκιμή. Απαραίτητο κομμάτι της ιεροτελεστίας. Παρατηρούμε την αύρα του, τις έντονες νότες του, τις μεσαίες και τις χαμηλές. Έχει αρχή, μέση και τέλος η διαδικασία της επιλογής, ενός αρώματος. Όπως τα τραγούδια, αλλού η μουσική είναι πιο απαλή, αλλού πιο έντονη. Σου αφήνουν διάφορα συναισθήματα οι εναλλαγές.

Μέσα από την αύρα που αφήνει πίσω του ένα άρωμα, σχεδιάζονται και οι αναμνήσεις. Πόσες φορές δεν έχουμε συνδυάσει στο μυαλό μας, ένα συγκεκριμένο άνθρωπο με ένα άρωμα, ή μια ξεχωριστή στιγμή με ένα άλλο. Γι’ αυτό η επιλογή αυτού, είναι υπόθεση προσωπική. Είναι κυρίως αυτό που αρέσει στον καθένα και ασφαλώς αυτό που του πάει.
Όπως με τις προσωπικότητες του κάθε ανθρώπου, είναι τόσο διαφορετικές. Έτσι και τα αρώματα αποτελούν την προσωπική μας σφραγίδα. Την υπογραφή μας στον κόσμο των αναμνήσεων που σχετίζεται με την σφαίρα του υπερεγώ. Με τους ανθρώπους γύρω μας εν ολίγοις.

Θεωρώ εκείνους που αλλάζουν συχνά αρώματα, φλύαρους. Σαν να απαρνιούνται ένα κομμάτι από τον εαυτό τους. Χάνεται η ταυτότητά τους και οι αναμνήσεις, όσες πρόλαβαν να δημιουργηθούν, σκορπίζονται.

Προσεκτική επιλογή, λοιπόν αν θέλουμε πάντα η υπογραφή μας να είναι πανομοιότυπη και να μην μπερδεύει. Αν θέλουμε οι άλλοι να μας θυμούνται μέσα από τις μυρωδιές του αγαπημένου μας αρώματος. Κι αν θέλουμε να αφήνουμε ανεξίτηλα σημάδια στους συνομιλητές μας, κυρίως κατά τη διάρκεια του φλέρτ.

Άλλο μεγάλο κεφάλαιο κι αυτό. Γιατί κατά τη διάρκεια που δύο άνθρωποι φλερτάρουν, όλες οι αισθήσεις εντείνονται. Μα το άρωμά σου είναι εκείνο που ιχνηλατεί στη μνήμη και δεν αφήνει στον άλλον να ξεχάσει τα τεκταινόμενα. Αυτός ο άσσος στο μανίκι που οι περισσότεροι χρησιμοποιούν ως ένα άλλο ατού για την διεκδίκηση του τρόπαιου. Ξυπνάνε πάλι οι μνήμες κάθε φορά, οι νικητές το ξέρουν καλά.

[Πρώτη δημοσίευση, ιστοσελίδα Αναπνοές 11-01-17].

[Άτιτλό]

Φθινοπώριασε
Κι η πένα μου, στέκει
Βουβή
Μια καρδιά, νοσταλγεί
Τα περασμένα
Θυμάται
Κάθε θύμιση
Μια βροχή, ένας ουρανός, ένα φιλί..
..κι η πένα μου ακόμη εκεί,
να με κοιτά
Δεν μπορώ να γράψω, είπα.
Για άλλη μια φορά.

Συγχώρα τους ρε έρωτα.. δεν καταλαβαίνουν!

Και το όνομά σου, Έρωτας. Ένα πλάσμα με τη μορφή μικρού παιδιού. Με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια. Ξέχειλη η ομορφιά του στις απεικονίσεις. Με ένα τόξο στον μικρό του ώμο και άφθονα βέλη. Πάντα υπάρχουν περίσσευμα.
Κάποιο θα σε βρει κάποια στιγμή. Βέβαια η συνέχεια διαφέρει από εποχή σε εποχή. Από χρόνο σε χρόνο. Από άνθρωπο σε άνθρωπο. Όταν τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα, ο έρωτας υπήρχε, ήταν διακριτός. Διανύουμε όμως μια μαύρη σελίδα της ιστορίας στην οποία ο έρωτας σχεδόν δεν υπάρχει. Ξεχάσαμε πως είναι να ζεις και να είσαι ευτυχισμένος. Βλέπετε το μυαλό μας τρέχει όλη μέρα, φέρνει πολλές στροφές για να τα προλάβει όλα. Που καιρός για τέτοια.

Πως κατάντησες έτσι ρε Έρωτα;
Ξέπεσες στην αφάνεια, εσύ ο ένδοξος δημιουργός της αγάπης. Πώς σε κάνανε έτσι οι άνθρωποι; Σε αποκαθήλωσαν και ψάχνουν απεγνωσμένα να σε βρουν. Συγχώρα τους, δεν καταλαβαίνουν. Δεν φταίνε κι αυτοί. Έτσι είναι οι μεγάλες κρίσεις, έχουν πάντα παράπλευρες απώλειες. Έχουν μια καταστροφή και μια θλίψη. Πονάνε.

Πάρε τον πόνο τους και φτιάξ’ τον μια κλεψύδρα.
Κάθε που η κλεψύδρα θα γυρνάει ο έρωτας θα υπάρχει, θα είναι εκεί και θα μας βλέπει. Θα ελέγχει τις κινήσεις μας. Κι όταν κρίνει εκείνος ότι πρέπει, θα σημαδεύει με το μικρό του τόξο κάποιον από εμάς, για να ξαναέρθει η αγάπη στους ανθρώπους. Μέχρι τότε μπορούμε να ψάξουμε να τον βρούμε κι εμείς, έχουμε κάτι από αυτόν μέσα στις καρδιές μας. Γιατί η αγάπη είναι η κινητήριος δύναμη της ανθρωπότητας, τελικά.

Έρωτας είναι μια λέξη κι ένα ευχαριστώ
Έρωτας είναι η προσευχή, μια αγκαλιά.
Έρωτας είναι το μικρό παιδί
Έρωτας είναι η ξενιτιά
Έρωτας είναι ένα “γιατί;”

 

[Πρώτη δημοσίευση, ιστοσελίδα LoveLetters, 16-04-18].